Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Η μισή και η άλλη μισή Αθήνα / Της Έφης Γιαννοπούλου.

Διαβάζοντας το παρακάτω άρθρο, ξανά και ξανά, βρίσκει κανείς τις παθολογίες της Νεο Ελληνικής Κοινωνίας, όπως αυτή διαμορφώθηκε απ το 1945 και μετά.

Οι Έλληνες πολιτικοί της ΙΒ Βουλής και μετά, κατά την πλειοψηφία τους έχουν γεννηθεί μετά το 1940 και "είναι παιδιά" του:
Εμφυλίου,
Σχεδίου Μάρσαλ,
Υπόθεσης Ασπίδα,
Λαμπράκη
Ιουλιανών
Χούντας.

Μια γενιά Καλλιτεχνών ήθελε να είναι τόσο ικανή!!! και σπουδαία ώστε να τη διαβάζει στα άρθρα των life style εντύπων  των 80΄ς και 90΄ς και 00΄ς ο λαός!!.
Στην ίδια γενιά, η γενιά των πολιτικών είχε αντίστοιχα τέτοιους στόχους, ώστε να είναι η πολιτική κοντά στο ΛΑΟ!!!!
Οι πολιτικές επιλογές επικοινωνιακών παρεμβάσεων χωρίς ουσία έφτιαξαν  μια γενιά πολιτών που αν δε σε έχει δει στο big brather, ή στα αδερφά προγράμματα, δε σε αναγνωρίζει
Ο νεότερος βουλευτής μας έχει γεννηθεί την περίοδο της Επταετίας..
Καλή ανάγνωση.

Η μισή και η άλλη μισή Αθήνα

Ημερομηνία: 24/11/2012
Πηγή: www.rednotebook.gr

Της Έφης Γιαννοπούλου

«Έχω πηδήξει τη μισή Αθήνα και αυτοί της Χρυσής Αυγής συνεχίζουν να με αποκαλούν αδερφή», δηλώνει ο Π. Τατσόπουλος σε συνέντευξή του στο περιοδικό Crash του Γ. Τράγκα και συνεχίζει: «γιατί όταν είσαι κακός στην Ελλάδα, πρέπει να είσαι σε όλα κακός. 
Δηλαδή, να είσαι και ηλίθιος και “αδερφή” και τραμπούκος και μοχθηρός και όλα». 
Σεξισμός, ομοφοβία, επίδειξη ανδρισμού και βαρβατίλας, όλα μαζί σε δυο προτάσεις, από έναν βουλευτή που θέλει να εμφανίζεται ως αριστερός. 
Άλλωστε ο Πέτρος Τατσόπουλος θεωρεί την ομοφυλοφιλία κακό πράγμα, και δεν το λένε μόνο οι τέσσερις λεξούλες που περιγράφουν τον «σε όλα κακό» (ηλίθιος, «αδερφή», τραμπούκος, μοχθηρός), αλλά και η άποψη που διατύπωσε μια μέρα νωρίτερα στο facebook ότι η περιπέτεια της κόρης του Γ. Μπαμπινιώτη είναι η νέμεση για τον ταρτούφο, υποκριτή, κόλακα της συντηρητικής κοινής γνώμης πατέρα της. 

Αναρωτιέμαι πώς προσδιορίζει την κοινή γνώμη με την οποία χαριεντίζεται ακατάπαυστα ο ίδιος. 
(Δεν θα ‘θελα να σχολιάσω εδώ ούτε την αντιπαράθεση του Τατσόπουλου με τη Χρυσή Αυγή, ούτε τους τρόπους που έχει επιλέξει για να τη διεξάγει, ούτε την επιλογή του να τα πει αυτά στο περιοδικό του Γ. Τράγκα, ούτε καν τους τρόπους με τους οποίους διεκδικεί να βρίσκεται διαρκώς στο κέντρο μιας δυσάρεστης δημοσιότητας. 
Ούτε καν για τη σχέση της δημόσιας στάσης του με την πεζογραφία που υπηρετεί. Δεν θα τελειώναμε ποτέ).

Σεξιστές δεν λείπουν, ούτε έλειψαν ποτέ, από την ελληνική Βουλή. 
Δεν είναι μόνο ο Πέτρος Τατσόπουλος ή σύσσωμη η Χρυσή Αυγή, ούτε ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης με τα κατεβασμένα παντελόνια του κι άλλα ακόμη χυδαιότερα υπονοούμενα, ούτε ο Σωκράτης Ξυνίδης με την αλήστου μνήμης «καλτσοδέτα» του, που απευθυνόταν στην κα. Εύα Καϊλή, ή ο Γρηγόρης Ψαριανός που ουκ ολίγες φορές έχει διαφημίσει το αντριλίκι του. 
Δεν λείπουν ούτε από το ΚΚΕ, την πόρτα του οποίου μοιάζει να μην έχει διαβεί ποτέ ομοφυλόφιλος. 
Είναι βέβαια σοβαρότερο το πρόβλημα όταν μια τέτοια δήλωση προέρχεται από έναν βουλευτή αυτής της Αριστεράς που ισχυρίζεται πως είναι διαφορετική σε σχέση με όλα αυτά, που υποστηρίζει το γυναικείο κίνημα, καταγγέλλει τις διακρίσεις με κριτήριο τον σεξουαλικό προσανατολισμό, συμμετέχει στο Gay Pride, δηλώνει δημόσια την αντίθεσή της σε κάθε είδους σεξισμό. 
Ο Τατσόπουλος, όπως λέει ο ίδιος, δεν ανήκει στον ΣΥΡΙΖΑ, είναι συνεργαζόμενος (στην παλιά παράδοση της Αριστεράς, κάτι σαν τον Γρηγόρη Λαμπράκη, όπως δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του στον Κ. Μπογδάνο - τρομάρα του!) 
Η στάση του θέλω να πιστεύω πως δεν χαρακτηρίζει όλο τον ΣΥΡΙΖΑ, αν και ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να σκεφτεί ποιους δέχεται, συνεργαζόμενους ή μη, στα ψηφοδέλτιά του. 
Και να πάρει τις δέουσες αποστάσεις. 

Αναμενόμενο λοιπόν ήταν η δήλωση του συγγραφέα και βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ να προκαλέσει σάλο χτες στα σόσιαλ μήντια, σάλο που συνεχίζεται και σήμερα. 
Η αλήθεια είναι πως λιγότερο σχολιάζεται για το σεξισμό και την ομοφοβία της, και περισσότερο γίνεται αντικείμενο ενός γηπεδικού χαβαλέ κυρίως μεταξύ ανδρών (αλλά και κάποιων γυναικών), που εστιάζει στις σεξουαλικές επιδόσεις του Τατσόπουλου. 
Έχει πηδήξει πράγματι τη μισή Αθήνα; 
«Σιγά, ρε μάγκα», αναφωνούν οι περισσότεροι, «κατούρα λίγο». - και άλλα αντίστοιχα αστεία. 

Δεν λέω, με κάποια απ’ αυτά όλοι γελάσαμε.
Όμως, από την πρώτη στιγμή που διάβασα τη σχετική αναφορά, σκέφτηκα τι θα συνέβαινε αν μια γυναίκα απαντούσε με τρόπο αντίστοιχο σε κάποιο υβρεολόγιο της Χρυσής Αυγής ή όποιου άλλου. 
Αν έλεγε π.χ.
«έχω παρθεί με τη μισή Αθήνα, και κάποιοι συνεχίζουν να με αποκαλούν ξινή, αγάμητη γεροντοκόρη». 
Ή αν έκανε το ίδιο ένας γκέι, όπως σχολίασε ο George Le Nonce, φίλος και συνεργάτης στο UNFOLLOW. 
Σκέφτηκα την αμήχανη σιωπή που θα επικρατούσε, την παγωμένη βουβαμάρα. 
Γιατί βέβαια μια τέτοια δήλωση θα έσπαγε κάποια από τα καλά εδραιωμένα μας ταμπού. 
Κι αν ακόμα και για έναν άντρα είναι άκομψο να επαίρεται για τις σεξουαλικές του επιδόσεις σε εφημερίδες και περιοδικά, οι σχετικές κουβέντες είναι μάλλον συνήθεις σε καφενεία και αντροπαρέες, όπως και ο αντρικός ανταγωνισμός επί του θέματος. 
Μια γυναίκα όμως; 
Ένας ομοφυλόφιλος; 
Αυτοί που γέλαγαν χτες βράδυ, χλευάζοντας ή αμφισβητώντας σκωπτικά τη βαρβατίλα του Τατσόπουλου, θα έχαναν τα λόγια τους και ίσως απλώς να αντιδρούσαν με ένα αδιευκρίνιστο πλατάγισμα της γλώσσας. 
«Τσς, τσς, τσς  -- κάντε ό,τι θέλετε στο κρεβάτι σας, αλλά μην προκαλείτε». 

Ο χτεσινός σχολιασμός, που θύμισε λίγο το χιούμορ του ΚΛΙΚ, του ΝΙΤΡΟ και άλλων παρόμοιων περιοδικών, δεν ήταν τόσο μακρινός από το σύστημα αξιών απ’ το οποίο απορρέει η δήλωση Τατσόπουλου. 
Η επίδειξη μαγκιάς και ερωτικών κατακτήσεων κάπου συναντήθηκε με την εμμονή της χλεύης της. 
Μήπως αυτό δεν θα έλεγαν κι οι φίλοι του καφενείου αν κάποιος κόμπαζε ότι έχει πάρει τη μισή Αθήνα; 
Μήπως δεν θα υπήρχε κάποιος που θα σηκωνόταν από το τραπέζι για να αναφωνήσει «έλα, ρε, κόψε κάτι»; 
Μήπως δεν θ’ άρχιζαν παρόμοιες πλάκες; 

Δεν μου αρέσει η αποστείρωση του politically correct, ούτε φρίττω με τις βέβηλες πλάκες, που, αλήθεια, κάποτε προκαλούν απελευθερωτική ευθυμία. 
 
Σκέφτομαι όμως ότι οφείλουμε κι εμείς να κοιταχτούμε στον καθρέφτη, να δούμε τι μοιραζόμαστε από τα στερεότυπα αυτά, απ’ τη ρητορική της μαγκιάς και την επίδειξη της βαρβατίλας. 
 
Κι ίσως να προτιμάμε τις πλάκες που σπάνε στερεότυπα αντί να τα διαιωνίζουν. 
 
από το