Τετάρτη, 27 Αυγούστου 2014

Η Πολιτική Οικονομία του Έμπολα / The Political Economy of Ebola

του Leigh Phillips (μετάφραση: Barikat
Το “Onion” (σ.τ.μ.: σατιρική ιστοσελίδα σαν το Κουλούρι), εξαιρετικά εύστοχα όπως πάντα, καλύπτει το χειρότερο ξέσπασμα επιδημίας Έμπολα στη Δυτική Αφρική, 1779 άνθρωποι έχουν μολυνθεί και τουλάχιστον 961 έχουν πεθάνει, “Ειδικοί: Το Εμβόλιο του Έμπολα βρίσκεται τουλάχιστον 50 Λευκούς Ανθρώπους μακριά”,  γράφει το έξυπνο πρωτοσέλιδο της 31 Ιουλίου.“Ειδικοί: Το Εμβόλιο του Έμπολα βρίσκεται τουλάχιστον 50 Λευκούς Ανθρώπους μακριά”, γράφει το έξυπνο πρωτοσέλιδο της 31 Ιουλίου.

Η εύκολη εξήγηση του τίτλου είναι ότι αν απλώς οι άνθρωποι που μολύνονται από τον Έμπολα ήταν λευκοί τότε το πρόβλημα θα λυνόταν. 
Αλλά τόσο ο ρόλος της αγοράς στην άρνηση των μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών να επενδύσουν στην έρευνα για τον Έμπολα όσο και στις ίδιες τις συνθήκες που δημιουργούνται από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και στρώνουν το έδαφος για το ξέσπασμα και την επιδείνωση των επιδημιών, μένουν στο σκοτάδι.


Ο ρατσισμός αποτελεί σίγουρα ένα σημαντικό παράγοντα. 
Ο Jeremy Farrar, επιδημιολόγος και επικεφαλής του Wellcome Trust, ενός από τα μεγαλύτερα ερευνητικά ιδρύματα στο χώρο των επιστημών ζωής στον κόσμο, δήλωσε στην Toronto Star: “Φανταστείτε 450 ανθρώπους να πεθαίνουν από ιογενή αιμορραγικό πυρετό στον Καναδά, στην Αμερική ή στην Ευρώπη. 
Θα ήταν απλώς απαράδεκτο – και είναι εξίσου απαράδεκτο στη Δυτική Αφρική.”


Σημειώνει ότι ένα πειραματικό, ανεπτυγμένο στον Καναδά, εμβόλιο για τον Έμπολα χορηγήθηκε κατεπειγόντως σε έναν Γερμανό ερευνητή μετά από ένα εργαστηριακό ατύχημα το 2009. 
“Κουνήσαμε ουρανό και θάλασσα για να βοηθήσουμε έναν Γερμανό τεχνικό εργαστηρίου. 
Γιατί είναι διαφορετικά για τη Δυτική Αφρική;”


Αλλά ο Έμπολα είναι ένα πρόβλημα που δεν επιλύεται επειδή δεν προκύπτει σχεδόν καθόλου κέρδος από την επίλυση του. Είναι μια μη-κερδοφόρα ασθένεια.


Περίπου 2400 άνθρωποι έχουν πεθάνει από τον Έμπολα από την πρώτη αναγνώριση του ιού το 1976. 
Οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες γνωρίζουν ότι η αγορά για την καταπολέμηση του Έμπολα είναι μικρή ενώ τα κόστη για την ανάπτυξη θεραπείας παραμένουν σημαντικά. 
Σε μια καθαρά ποσοτική βάση, κάποιοι ίσως (και πιθανώς σωστά) να θεωρήσουν υπερβολική τη σημασία που δίνουμε σε αυτή την ασθένεια που σκοτώνει πολύ λιγότερους από τη μαλάρια (300000 νεκροί από μαλάρια από τότε που ξέσπασε η επιδημία του Έμπολα) ή τη φυματίωση (600000 νεκροί).


Παρόλα αυτά οι οικονομικοί περιορισμοί που καθυστερούν την πρόοδο στην ανάπτυξη της θεραπείας του Έμπολα εξηγούν επίσης το γιατί οι φαρμακευτικές εταιρείες αρνούνται να  αναπτύξουν θεραπείες για τις παραπάνω ασθένειες όπως και για πολλές άλλες.

Την τελευταία δεκαετία σημειώθηκε εντυπωσιακή πρόοδος στην έρευνα σχετικά με τις θεραπείες για τον Έμπολα, συνήθως από τον δημόσιο τομέα ή από μικρές εταιρείες βιοτεχνολογίας με σημαντική δημόσια χρηματοδότηση. 
Μια ποικιλία διαθέσιμων θεραπευτικών επιλογών περιλαμβάνουν προϊόντα βασισμένα  σε νουκλεϊκά οξέα, αντισώματα και πολλά υποψήφια εμβόλια – πέντε από αυτά έχουν επιτυχώς χορηγηθεί και εμβολιάσει πρωτεύοντα θηλαστικά, εκτός του ανθρώπου, για τον Έμπολα.


Ο Anthony Fauci, επικεφαλής του Εθνικού Ινστιτούτου για τις Αλλεργίες και τις Μολυσματικές Ασθένειες των ΗΠΑ, έλεγε σε όσους δημοσιογράφους τον άκουγαν ότι ένα εμβόλιο για τον Έμπολα θα μπορούσε να είναι προ των πυλών – αν δεν υπήρχε η φιλαργυρία των εταιρειών.


“Δουλεύουμε πάνω σε ένα δικό μας εμβόλιο για τον Έμπολα, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να μας το αγοράσει και να μας χρηματοδοτήσει κάποια από τις επιχειρήσεις”
δήλωσε στη USA Today.


“Έχουμε ένα πιθανό εμβόλιο, το χορηγούμε σε μαϊμούδες και φαίνεται καλό, αλλά από τη μεριά των φαρμακευτικών εταιρειών η εξέλιξη ενός εμβόλιο που θεραπεύει μικρές επιδημίες κάθε 30 ή 40 χρόνια δεν δημιουργεί κανένα πραγματικό κίνητρο”
δήλωνε στο Scientific American.


Σχεδόν όλοι όσοι ασχολούνται με το θέμα λένε ότι η τεχνογνωσία υπάρχει και είναι άμεσα διαθέσιμη. 
Απλώς οι επιδημίες είναι τόσο σπάνιες και προσβάλλουν σχετικά λίγους ανθρώπους ώστε να το κάνουν να αξίζει τον κόπο – που σημαίνει να είναι κερδοφόρο – για τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες.


“Αυτά τα ξεσπάσματα προσβάλλουν τους φτωχότερους πληθυσμούς του πλανήτη. 
Παρόλο που δημιουργούν μεγάλη αναστάτωση αποτελούν σχετικά σπάνια γεγονότα”
δηλώνει στο Vox ο Daniel Bausch, διευθυντής του τμήματος αναδυόμενων λοιμώξεων της Ιατρικής Ερευνητικής Μονάδας 6 του Ναυτικού (NAMRU-6), ενός βιοϊατρικού εργαστηρίου στη Λίμα του Περού. 
“Έτσι αν κοιτάξουμε το συμφέρον των φαρμακευτικών εταιρειών καταλαβαίνουμε γιατί δεν υπάρχει μεγάλος ενθουσιασμός ώστε να περάσει το φάρμακο για τον Έμπολα τις φάσεις 1, 2 και 3 των τεστ ώστε να παραχθεί ένα εμβόλιο που θα χρησιμοποιήσουν μερικές δεκάδες χιλιάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι.”


Ο John Ashton, πρόεδρος της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Ηνωμένου Βασιλείου, έγραψε ένα καυστικό άρθρο γνώμης στον Independent της Κυριακής τονίζοντας ότι 
το σκάνδαλο της απροθυμίας της φαρμακευτικής βιομηχανίας να επενδύσει στην έρευνα και να παράξει φάρμακα και εμβόλια, πράγμα που αρνούνται να κάνουν επειδή τα νούμερα είναι κατά τη γνώμη τους τόσο μικρά και δεν δικαιολογούν την επένδυση, αποτελεί την ηθική χρεωκοπία του καπιταλισμού που λειτουργεί στο κενό ενός ηθικού και και κοινωνικού πλαισίου”.

Αυτή η κατάσταση δεν είναι μοναδική στην περίπτωση του Έμπολα.
Για 30 χρόνια, οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες αρνούνταν να εμπλακούν στην έρευνα για νέες κατηγορίες αντιβιοτικών.
Εξαιτίας αυτού του κενού στην ανακάλυψη αντιβιοτικών, κλινικοί γιατροί εκτιμούν ότι στα επόμενα 20 χρόνια, θα έχουμε ξεμείνει από αποτελεσματικά φάρμακα σε λοιμώξεις ρουτίνας.
Πάρα πολλές ιατρικές τεχνικές και παρεμβάσεις από το 1940 ως σήμερα βασίζονται στην αποτελεσματική αντί-μικροβιακή προστασία.
Η διεύρυνση στο προσδόκιμο ζωής των ανθρώπων αυτό το χρονικό διάστημα προφανώς οφείλεται σε πολλές παραμέτρους, αλλά σίγουρα δεν θα ήταν εφικτή χωρίς τα αντιβιοτικά.
Πριν την εξέλιξη των αντιβιοτικών, οι βακτηριακές λοιμώξεις ήταν μια από τις πιο κοινές αιτίες θανάτου.


Τον Απρίλιο, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εξέδωσε την πρώτη αναφορά σχετικά με την αντί-μικροβιακή αντίσταση παγκοσμίως, βρίσκοντας την αντίσταση στα αντιβιοτικά σε “επίπεδα συναγερμού”
“Αυτή η σοβαρή απειλή δεν είναι πλέον μια πρόβλεψη για το μέλλον, συμβαίνει εδώ και τώρα σε κάθε ήπειρο του κόσμου και μπορεί να επηρεάσει τον καθένα, οποιασδήποτε ηλικίας, σε οποιαδήποτε χώρα”, προειδοποιεί το τμήμα υγείας των Ηνωμένων Εθνών.


Ο λόγος για αυτή την απροθυμία είναι ξεκάθαρος, όπως παραδέχονται οι ίδιες οι εταιρείες: απλώς δεν έχει κανένα νόημα για τις φαρμακευτικές εταιρείες να επενδύσουν ένα ποσό της τάξης των 870 εκατομμυρίων δολαρίων (ή 1.8 δις αν υπολογίσουμε και το κόστος του κεφαλαίου)  για κάθε φάρμακο που εγκρίνεται από τις ρυθμιστικές αρχές, για ένα προϊόν που θα χρησιμοποιηθεί για λίγες μόνο φορές, από ασθενείς που υποφέρουν από κάποια μόλυνση, συγκρινόμενο με την επένδυση του ανάλογου ποσού στην ανάπτυξη φαρμάκων υψηλής κερδοφορίας για χρόνιες ασθένειες όπως ο διαβήτης ή ο καρκίνος, όπου οι ασθενείς πρέπει να τα παίρνουν κάθε μέρα, συχνά για το υπόλοιπο της ζωής τους. 


Κάθε χρόνο στις ΗΠΑ, σύμφωνα με το CDC (Κέντρο για τον Έλεγχο και την Πρόληψη Ασθενειών), περίπου δύο εκατομμύρια άνθρωποι μολύνονται με βακτήρια ανθεκτικά στα αντιβιοτικά. 23000 από αυτούς πεθαίνουν.


Ακριβώς ίδια είναι η κατάσταση και όσον αφορά τα εμβόλια. 
Οι άνθρωποι αγοράζουν παραδείγματος χάρη φάρμακα για το άσθμα ή ινσουλίνη για δεκαετίες. 
Ενώ για τα εμβόλια απαιτούνται συνήθως μια ή δυο δόσεις. 
Εδώ και πολλά χρόνια, οι φαρμακευτικές εταιρείες εγκαταλείπουν την έρευνα και ανάπτυξη αλλά και παραγωγή των εμβολίων, έτσι από το 2003 οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν ελλείψεις στα περισσότερα παιδικά εμβόλια. 
Εξαιτίας της δυσκολίας της κατάστασης το CDC διατηρεί μια ιστοσελίδα με ένα δημόσια προσβάσιμο κατάλογο των εμβολίων που βρίσκονται σε έλλειψη ή έχουν εξαντληθεί.


Αλλά, τουλάχιστον σχετικά με τον Έμπολα, εκεί που η ελεύθερη αγορά αρνείται να παρέχει λύσεις, το υπουργείο άμυνας μπορεί και παρεμβαίνει, αφήνοντας κατά μέρος τις αρχές της ελεύθερης αγοράς, για λόγους εθνικής ασφάλειας.


Ο ιολόγος Thomas Geisbert του Ιατρικού Τμήματος του Πανεπιστήμιο του Τέξας δηλώνε στο Scientific American σχετικά με το ελπιδοφόρο εμβόλιο VSV, μια από τις πιο πολλά υποσχόμενες θεραπείες ενάντια στον Έμπολα:


‘‘Προσπαθούμε να βρούμε τα χρήματα για να προχωρήσουμε στις μελέτες σε ανθρώπους […] αλλά πραγματικά εξαρτόμαστε από την οικονομική στήριξη από τις μικρές εταιρείες για να εξελίξουμε αυτά τα εμβόλια. 
Οι μελέτες σε ανθρώπους είναι ακριβές και απαιτούν πολύ κυβερνητικό χρήμα. 
Για τον Έμπολα, η παγκόσμια αγορά είναι μικρή – δεν υπάρχει επαρκές κίνητρο για τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες να φτιάξουν ένα εμβόλιο για τον Έμπολα, έτσι θα χρειαστεί κρατική χρηματοδότηση.’’


Ο William Sheridan, ιατρικός διευθυντής της BioCryst Pharmaceuticals, δημιουργού του πειραματικού αντί-ιοικού  φαρμάκου BCX4430, περιγράφει τις οικονομικές δυστοκίες στην έρευνα και ανάπτυξη της θεραπείας για τον Έμπολα: 
“Απλώς δεν υπάρχει περίπτωση να αποφέρει τα αναμενόμενα σε μια μεγάλη φαρμακευτική.”


Αλλά για μια μικρή εταιρεία όπως η δική του, τα πράγματα είναι διαφορετικά. 
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει υποστηρίξει την έρευνα και έχει υποσχεθεί ότι θα αγοράσει αποθέματα του φαρμάκου ως ένα προληπτικό μέτρο κατά της βιο-τρομοκρατίας. 
Επίσης το BCX4430 εξελίσσεται από κοινού με το Στρατιωτικό Ιατρικό Ερευνητικό Ινστιτούτο για τις Μολυσματικές Ασθένειες (USAMRIID). “Εδώ υπάρχει αγορά και η αγορά είναι η κυβέρνηση των ΗΠΑ”, είπε στο NPR.


To USAMRIID, μαζί με την Καναδική Υπηρεσία Δημόσιας Υγείας, στηρίζει επίσης την ανάπτυξη του ZMAPP, ενός ορού μονοκλωνικών αντισωμάτων που παρασκεύασε μια μικρή εταιρεία βιοτεχνολογίας στο San Diego, η MAPP Biopharmaceutical, το οποίο χορηγήθηκε την περασμένη εβδομάδα σε δύο Αμερικανούς γιατρούς, τον Kent Brantly και τη Nancy Writebol, που δούλευαν για την ευαγγελική Χριστιανική ιεραποστολή Samaritan’s Purse.


Το ζευγάρι μολύνθηκε στη Λιβερία ενώ έβλεπε ασθενείς που έπασχαν από Έμπολα. 
Η κατάσταση του Brantley επιδεινώθηκε ραγδαία και τηλεφώνησε στη γυναίκα του για να την αποχαιρετήσει. 
Όμως μέσα σε μια ώρα από τη λήψη του πειραματικού ορού η κατάσταση του αναστράφηκε, η αναπνοή του επανήλθε σε κανονικούς ρυθμούς και τα ρίγη υποχώρησαν.


Το επόμενο πρωί μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και από τη στιγμή που έφτασε στις ΗΠΑ, αφού εγκατέλειψε τη Λιβερία, μπορούσε να βγει μόνος του από το ασθενοφόρο χωρίς βοήθεια. 
Η Writebol βρίσκεται και αυτή σε ανάλογα καλή κατάσταση από την άφιξη της στην Ατλάντα και έπειτα.


Πρέπει να είμαστε πολύ προσεχτικοί πριν καταλήξουμε σε όποια συμπεράσματα από αυτή την εξέλιξη, ώστε να ισχυριστούμε ότι το φάρμακο θεράπευσε τους ιεραπόστολους. 
Σε αυτή την “κλινική έρευνα” έχουμε ένα δείγμα μόλις 2 ανθρώπων, χωρίς τυφλά τεστ ή γκρουπ ελέγχου. 
Το φάρμακο μέχρι τώρα δεν έχει ελεγχθεί σε ανθρώπους ως προς την ασφάλεια και τη δραστικότητα του
Επιπλέον, όπως με όλες τις ασθένειες, ένα συγκεκριμένο ποσοστό ασθενών μπορεί να επανακάμψει μόνο του. 
Δεν ξέρουμε ακόμα αν η προφανής αυτή ανάκαμψη οφείλεται στο Zmapp. 
Αλλά σε κάθε περίπτωση, δεν είναι καθόλου παράλογο να ισχυριστούμε ότι αυτή η τροπή των γεγονότων δημιουργεί μεγάλες ελπίδες.


Δύο από τα αντισώματα του Zmapp είχαν αρχικά αναγνωριστεί και αναπτυχθεί από ερευνητές στο Εθνικό Μικροβιολογικό Εργαστήριο στο Winnipeg και στην Defyrus, μια “εταιρεία επιστημών ζωής και βιο-άμυνας” με έδρα το Τορόντο και χρηματοδότηση από το Καναδικό Πρόγραμμα Έρευνας και Ανάπτυξης για την Ασφάλεια και την Άμυνα.  
Το τρίτο από τα αντισώματα του κοκτέιλ παρασκευάστηκε από τη MappBio σε συνεργασία με το USAMRIID, το Εθνικό Ινστιτούτο Υγείας και την Υπηρεσία για την Ελαχιστοποίηση των Απειλών στην Εθνική Άμυνα. Στη συνέχεια οι οργανισμοί συνεργάστηκαν με την Kentucky Bioprocessing στο Owensboro, μια εταιρεία παραγωγής πρωτεϊνών που εξαγοράστηκε νωρίτερα αυτή τη χρονιά από τη μητρική εταιρεία RJ Reynolds Tobacco, για να ασχοληθεί με τη φυτεία των εμπλουτισμένων με τα αντισώματα καπνών.


Διαπιστώνοντας το ρόλο του Πενταγώνου και του αμυντικού κατεστημένου του Καναδά, κάποιοι έσπευσαν να υιοθετήσουν θεωρίες συνωμοσίας. 
Συγκεκριμένα το ZΜapp φαίνεται να συμπυκνώνει τα καλύτερα συστατικά για μια τέτοια θεωρία: 
Μεγάλοι στρατιωτικοί οργανισμοί, Μεγάλες Καπνοβιομηχανίες, το Πεντάγωνο και εγχύσεις που μοιάζουν κάπως σαν εμβόλια!


Αλλά η χρηματοδότηση από το Υπουργείο Άμυνας δεν πρέπει να θεωρείται σαν κάτι διαβολικό. 
Αντίθετα, αποτελεί απόδειξη της υπεροχής του δημοσίου τομέα σαν οδηγό και υποστηρικτή της καινοτομίας.


Παρόλα αυτά όμως, δεν αποτελούν όλες οι μη κερδοφόρες ασθένειές αντικείμενο της ανησυχίας των στρατηγών για  τη βιο-τρομοκρατία. 
Και γιατί θα πρέπει ο ιδιωτικός τομέα να διαλέγει τους πιο κερδοφόρους τομείς και να αφήνει τους υπόλοιπους στο δημόσιο;


Αν, λόγω της κερδοσκοπικής της φύσης, η φαρμακοβιομηχανία είναι δομικά ανίκανη να παράξει εκείνα τα φάρμακα που χρειάζονται στην κοινωνία και ο δημόσιος τομέας (στη συγκεκριμένη περίπτωση οι καραβανάδες του στρατού) πρέπει συνεχώς να καλύπτει τα κενά που αφήνουν οι αστοχίες της αγοράς, τότε αυτός ο τομέας της βιομηχανίας πρέπει να εθνικοποιηθεί, επιτρέποντας στα έσοδα από τις κερδοφόρες θεραπείες να εξισορροπήσουν τα έξοδα για την έρευνα, την ανάπτυξη και την παραγωγή των μη-κερδοφόρων θεραπειών.


Σε αυτή την περίπτωση, δεν θα χρειάζεται πλέον να επιχειρηματολογούμε για το αν η πρόληψη της μαλάριας, της ιλαράς ή της πολιομυελίτιδας έρχεται σε προτεραιότητα. Θα μπορούμε να στοχεύουμε ταυτόχρονα στις γνωστές και στις παραγνωρισμένες ασθένειες. 
Δεν υπάρχει βέβαια καμία εγγύηση ότι το άνοιγμα της στρόφιγγας του δημόσιου χρήματος θα παράξει αμέσως αποτελέσματα, αλλά για την ώρα, οι μεγάλες φαρμακευτικές δεν προσπαθούν καν.


Αυτό είναι ακριβώς αυτό που εννοούν οι σοσιαλιστές όταν λένε ότι ο καπιταλισμός αποτελεί εμπόδιο στην περαιτέρω ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. 
Το ζήτημα εδώ δεν είναι μόνο το ότι η άρνηση των Μεγάλων Φαρμακευτικών να εμπλακούν στην έρευνα για τις παραγνωρισμένες τροπικές ασθένειες, τα εμβόλια και τα αντιβιοτικά είναι ανήθικη και άδικη με έναν γκροτέσκο τρόπο, αλλά το ότι η παραγωγή, μιας πληθώρας νέων αγαθών και υπηρεσιών που θα μπορούσαν να βοηθήσουν την ανθρωπότητα και να διευρύνουν τα όριο της ανθρώπινης ελευθερίας, μπλοκάρεται εξαιτίας του λήθαργου και της έλλειψης κινήτρου της ελεύθερης αγοράς.


Το να επικεντρωνόμαστε στα φάρμακα και τα εμβόλια είναι κρίσιμης σημασίας. 
Αλλά το να εστιάζουμε σε αυτά χωρίς να δίνουμε την ανάλογη προσοχή στην επιδείνωση των συνθηκών δημόσιας υγιεινής και στην εξαθλίωση των υποδομών στη Δυτική Αφρική καθώς και στις ευρύτερες οικονομικές συνθήκες που συνεισφέρουν στην πιθανότητα να ξεσπάσουν ζωονοσογόνες (στμ. ασθένειες που μεταδίδονται από τα ζώα στον άνθρωπο) επιδημίες σαν τον Έμπολα είναι σαν να να προσπαθούμε να αδειάσουμε με ένα κουβά το νερό από ένα σκάφος που βυθίζεται.


Ο φυλο-γεωγράφος και οικολόγος Rob Wallace έχει περιγράψει πως η νεοφιλελεύθερη λαίλαπα έχει δημιουργήσει τις ιδανικές συνθήκες για τα ξεσπάσματα των επιδημιών. 
Η Γουινέα, η Λιβερία και η Σιέρα Λεόνε είναι από τις φτωχότερες χώρες του πλανήτη, κατατάσσονται αντίστοιχα στην 178η, 174η και 177η από τις 187 χώρες των Ηνωμένων Εθνών στο Δείκτη Ανάπτυξης.


Αν μια τέτοια επιδημία πήγαινε να ξεσπάσει σε κάποια από τις χώρες της βόρειας Ευρώπης για παράδειγμα, κράτη με τις καλύτερες υποδομές υγείας παγκοσμίως, η κατάσταση θα ήταν πολύ πιο εύκολο να ελεγχθεί.


Δεν είναι μόνο η έλλειψη νοσοκομειακών μονάδων, αλλά και η έλλειψη στοιχειωδών συνθηκών υγιεινής στα υπάρχοντα νοσοκομεία, η απουσία κανονικών μονάδων απομόνωσης και η περιορισμένη στελέχωση ειδικευμένου υγειονομικού προσωπικού που να μπορεί να εντοπίσει ανθρώπους που πιθανών να έχουν μολυνθεί. 
Ούτε μόνο το ότι οι καλύτερες συνθήκες ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης αποτελούν κρίσιμο παράγοντα για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, με οποιαδήποτε διαθέσιμη θεραπεία. 
Η εξάπλωση της ασθένειας επιδεινώθηκε επιπλέον από τα μαρασμό των βασικών κυβερνητικών υποδομών που σε άλλη περίπτωση θα μπορούσαν να περιορίσουν τις μετακινήσεις πληθυσμών, να ελέγξουν τις υλικοτεχνικές δυσκολίες και να βοηθήσουν στο συντονισμό με τις κυβερνήσεις άλλων χωρών.


Ο επιδημιολόγος και ειδικός στις μολυσματικές ασθένειες Daniel Bausch, ο οποίος διεξάγει ερευνητικές δραστηριότητες κοντά στο επίκεντρο της επιδημίας, περιγράφει σε ένα άρθρο του στο επιστημονικό περιοδικό PLOS με τίτλο Παραγνωρισμένες Τροπικές Ασθένειες πώς  
”υπήρξε μάρτυρας των εξελίξεων από πρώτο χέρι. 
Σε κάθε ταξίδι στη Γουινέα, σε κάθε μακρύ δρόμο από το Conakry στις δασικές επαρχίες, οι υποδομές φαίνεται να ολοένα να χειροτερεύουν – ο κάποτε ασφαλτοστρωμένος δρόμος ήταν σε κακή κατάσταση, οι υπηρεσίες όλο και λιγότερες, οι τιμές υψηλότερες και το δάσος αραιότερο”.


Ο Wallace σημειώνει ότι σε αυτή την περιοχή, όπως και σε πολλές άλλες χώρες, μια σειρά δομικών αναδιαρθρωτικών προγραμμάτων, που έχουν ενθαρρυνθεί και επιβάλλονται από τις Δυτικές κυβερνήσεις και διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς, απαιτούν ιδιωτικοποιήσεις και συρρίκνωση των δημόσιων υπηρεσιών, κατάργηση δασμών ενώ οι Βόρειες αγροτικές βιομηχανίες συνεχίζουν να επιχορηγούνται, και επιπλέον επιβάλλουν τον προσανατολισμό προς τη σπορά με σκοπό την εξαγωγή σε βάρος της διατροφικής επάρκειας. 
Όλες αυτές οι πολιτικές εκτινάσσουν τη φτώχεια και την πείνα και επίσης ο ανταγωνισμός μεταξύ σπαρτών για τροφή ή εξαγωγή ως προς τους πόρους σε κεφάλαιο, γη και γεωργικά χέρια οδηγεί σε μεγαλύτερη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας γης, ειδικά στα χέρια ξένων εταιρειών, κάτι που περιορίζει περαιτέρω την πρόσβαση στη γη των μικρών αγροτών.


Ο Έμπολα είναι μια ζωονοσογόνος ασθένεια, δηλαδή μια ασθένεια που μεταδίδεται από τα ζώα στον άνθρωπο (και το ανάποδο). Περίπου 61% των μολύνσεων που πλήττουν τον άνθρωπο είναι ζωονοσογόνες, από την γρίπη ως τη χολέρα και τον HIV.


Ο νούμερο ένα παράγοντας που επηρεάζει την εμφάνιση νέων ζωονοσογόνων ασθενειών είναι η αυξημένη επαφή μεταξύ των ανθρώπων και των άγριων ζώων, κάτι που συχνά οφείλεται στην επέκταση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στην άγρια φύση. 
Ο Wallace καταδεικνύει ότι όσο οι νεοφιλελεύθερες αναδιαρθρώσεις διώχνουν τους ανθρώπους από τη γη τους χωρίς ταυτόχρονα να παρέχουν δυνατότητες αστικής ανάπτυξης, τότε “χώνονται ολοένα και βαθύτερα μέσα στο δάσος για να επεκτείνουν τα γεωγραφικά όρια και την ποικιλία σε είδη του κυνηγιού, να βρουν ξυλεία για να φτιάξουν κάρβουνα και να εξορύξουν νέα ορυκτά, αυξάνοντας το ρίσκο της έκθεσης στον  ιό Έμπολα και άλλες ζωονοσογόνες ασθένειες σε αυτές τις απόμακρες περιοχές.”


Όπως επισημαίνει ο Bausch: “Βιολογικοί και οικολογικοί παράγοντες μπορεί να καθορίζουν την εμφάνιση ενός ιού μέσα από τα δάση, αλλά οι κοινωνικοπολιτικοί παράγοντες ξεκάθαρα υπαγορεύουν προς τα πού θα κατευθυνθεί – μια ή δύο μεμονωμένες περιπτώσεις ή το ξέσπασμα μιας παρατεταμένης επιδημίας.”


Αυτές οι εξελίξεις είναι το προβλεπόμενο αποτέλεσμα της χωρίς σχέδιο, τυχαίας ανάπτυξης σε περιοχές γνωστές ως κοιτίδες διάχυσης ζωονοσογόνων ασθενειών, και χωρίς το είδος των υποστηρικτικών υποδομών και του εξισωτικού ήθους που επέτρεψε, για παράδειγμα, την εξάλειψη της μαλάριας από τη Νότια Αφρική σε μια από τις πρώτες αποστολές του CDC μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.


Στη διάρκεια αυτών των τελευταίων μηνών, η χειρότερη επιδημία Έμπολα στην ιστορία ανέδειξε την ηθική χρεωκοπία του μοντέλου ανάπτυξης της φαρμακοβιομηχανίας. 
Ο αγώνας για τη δημόσια περίθαλψη στις ΗΠΑ και ο κοινός αγώνας ενάντια στην ιδιωτικοποίηση της υγειονομικής περίθαλψης οπουδήποτε αλλού στη Δύση είναι απλώς μια μάχη στον πόλεμο. 
Η επιτυχία αυτών των αγώνων μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε συνδυασμό με μια άλλη εκστρατεία: να ξαναχτίσουμε τη διεθνή φαρμακοβιομηχανία σαν μια υπηρεσία του δημόσιου τομέα, όπως και να στοχεύσουμε ευρύτερες νεοφιλελεύθερες πολιτικές που υπονομεύουν έμμεσα τη δημόσια υγεία.


Μπορούμε να εμπνευστούμε από τα ακτιβίστικα γκρούπ για τον HIV/AIDS στα τέλη της δεκατετίας του 80 και στις αρχές των 90ς όπως το ACT UP και το Treatment Action Group, όπως και το South Africa's Treatment Action Campaign στο 2000, τα οποία συνδύασαν άμεσες δράσεις και πολιτική ανυπακοή απέναντι στις επιχειρήσεις και τους πολιτικούς όσο και μια επιστημονικά αυστηρή κατανόηση της κατάστασης.


Αλλά αυτή την περίοδο, χρειαζόμαστε μια περισσότερο ολοκληρωμένη εκστρατεία που θα καλύπτει όχι μόνο μια ασθένεια, αλλά το σύνολο των αποτυχιών της αγοράς σχετικά με την ανάπτυξη εμβολίων, τα κενά στην ανακάλυψη αντιβιοτικών, τις παραγνωρισμένες τροπικές ασθένειες και όλες τις αθέατες αρρώστιες της φτώχειας. 
Χρειαζόμαστε έναν ακτιβισμό με επιστημονική βάση που θα έχει την μακροπρόθεσμη αλλά εφικτή φιλοδοξία της δημοκρατικής κατάκτησης της φαρμακευτικής βιομηχανίας.


Χρειαζόμαστε μια καμπάνια για να καταστρέψουμε τις μη-κερδοφόρες ασθένειες.

To άρθρο δημοσιεύτηκε στο Jacobin στις 13 Αυγούστου.
https://barikat.gr/content/i-politiki-oikonomia-toy-empola



The Political Economy of Ebola

Ebola is a problem that will not be solved, because it isn’t profitable to do so.

Joseph Ferdinand Keppler / Library of Congress
Joseph Ferdinand Keppler / Library of Congress
The Onion, as ever, is on point with its “coverage” of the worst recorded outbreak of Ebola, and the first in West Africa, infecting some 1,779 people and killing at least 961. “Experts: Ebola Vaccine At Least 50 White People Away,” read the cheeky headline of the July 31 news brief.
Our shorthand explanation is that if the people infected with Ebola were white, the problem would be solved. But the market’s role in both drug companies’ refusal to invest in research and the conditions on the ground created by neoliberal policies that exacerbate and even encourage outbreaks goes unmentioned.
Racism is certainly a factor. Jeremy Farrar, an infectious disease specialist and the head of the Wellcome Trust, one of the largest medical research charities in the world, told the Toronto Star: “Imagine if you take a region of Canada, America, Europe, and you had 450 people dying of a viral hemorrhagic fever. It would just be unacceptable — and it’s unacceptable in West Africa.”
He noted how an experimental Canadian-developed Ebola vaccine had been provided on an emergency use basis to a German researcher in 2009 after a lab accident. “We moved heaven and earth to help a German lab technician. Why is it different because this is West Africa?”
But Ebola is a problem that is not being solved because there is almost no money to be made in solving it. It’s an unprofitable disease.
There have been around 2,400 people killed since Ebola was first identified in 1976. Major pharmaceutical companies know that the market for fighting Ebola is minute while the costs of developing treatment remain significant. On a purely quantitative basis, some might (perhaps rightly) warn against focusing too much on this one disease that kills far fewer than, for example, malaria (300,000 killed since the start of the Ebola outbreak) or tuberculosis (600,000).
Yet the economic constraints retarding progress in developing Ebola treatment also explain why drug companies are resisting developing treatment to those diseases as well as many others.
The last decade has actually seen a tremendous advance in research into therapies for Ebola, usually in the public sector or by small biotech companies with significant public funding, with a variety of treatment options on the table including nucleic-acid-based products, antibody therapies, and a number of candidate vaccines — five of which have successfully protected non-human primates from Ebola.
Anthony Fauci, the head of the National Institute of Allergy and Infectious Diseases, has been telling everyone in the press who will listen to him in the last fortnight that an Ebola vaccine would be within spitting distance — if it weren’t for the corporate skinflints.
“We have been working on our own Ebola vaccine, but we never could get any buy-in from the companies,” he told USA Today.
“We have a candidate, we put it in monkeys and it looks good, but the incentive on the part of the pharmaceutical companies to develop a vaccine that treats little outbreaks every thirty or forty years — well, that’s not much incentive,” he told Scientific American.
Almost everyone familiar with the subject says that the know-how is there. It’s just that outbreaks are so rare and affect too few people for it to make development worthwhile — that is, profitable — for large pharmaceutical companies.
“These outbreaks affect the poorest communities on the planet. Although they do create incredible upheaval, they are relatively rare events,” Daniel Bausch, the director of the emerging infections department of Naval Medical Research Unit Six (NAMRU-6), a biomedical research laboratory in Lima, Peru, told Vox. “So if you look at the interest of pharmaceutical companies, there is not huge enthusiasm to take an Ebola drug through phase one, two, and three of a trial and make an Ebola vaccine that maybe a few tens of thousands or hundreds of thousands of people will use.”
John Ashton, president of the UK Faculty of Public Health, wrote a vituperative opinion piece in the Independent on Sunday decrying “the scandal of the unwillingness of the pharmaceutical industry to invest in research to produce treatments and vaccines, something they refuse to do because the numbers involved are, in their terms, so small and don’t justify the investment.
“This is the moral bankruptcy of capitalism acting in the absence of an ethical and social framework,” he concluded.
This situation is not unique to Ebola. For thirty years, the large pharmaceutical companies have refused to engage in research into new classes of antibiotics. Due to this “discovery void,” clinicians expect that within twenty years, we will have completely run out of effective drugs against routine infections. So many medical techniques and interventions introduced since the 1940s depend upon a foundation of antimicrobial protection. The gains in life expectancy that humanity has experienced over this time depended on many things, but would certainly not have been possible without antibiotics. Prior to their development, bacterial infections were one of the most common causes of death.
In April, the World Health Organization issued its first-ever report tracking antimicrobial resistance worldwide, finding “alarming levels” of bacterial resistance. “This serious threat is no longer a prediction for the future, it is happening right now in every region of the world and has the potential to affect anyone, of any age, in any country,” the UN health body warned.
The reason for this is straightforward, as the companies themselves themselves admit: It simply makes no sense to pharmaceutical companies to invest an estimated $870 million (or $1.8 billion accounting for the cost of capital) per drug approved by regulators on a product that people only use a handful of times in their life when suffering from an infection, compared to investing the same amount on the development of highly profitable drugs for chronic diseases such as diabetes or cancer that patients have to take every day, often for the rest of their lives.
Every year in the US, according to the CDC, some two million people are infected with antibiotic-resistant bacteria. 23,000 die as a result.
We see an identical situation with vaccine development. People purchase asthma drugs or insulin, for example, for decades, while vaccinations usually require only one or two doses once in a lifetime. For decades now, so many pharmaceutical companies have abandoned not just vaccine research and development but production as well, that by 2003, the US began to experience shortages of most childhood vaccines. The situation is so dire that the CDC maintains a public website tracking current vaccine shortages and delays.
But at least with respect to Ebola, where the market refuses to provide, the defense department is comfortable intervening and setting aside free-market principles in the interests of national security.
Virologist Thomas Geisbert of the University of Texas Medical Branch at Galveston told Scientific American about his hope for the VSV vaccine, one of the most promising options against Ebola:
We’re trying to get the funds to do the human studies … but it really depends on financial support for the small companies that develop these vaccines. Human studies are expensive and require a lot of government dollars. With Ebola, there’s a small global market — there’s not a big incentive for a large pharmaceutical company to make an Ebola vaccine, so it’s going to require government funding.
William Sheridan, the medical director of BioCryst Pharmaceuticals, the developer of experimental anti-viral drug BCX4430, describes the financial predicament facing Ebola treatment research and development: “It just wouldn’t make the cut at a major company.”
But for a small company like his, the federal government has both backed research and promised to purchase stockpiles of anti-Ebola drugs as a preventative measure against bioterrorism. BCX4430 is also co-developed with the US Army Medical Research Institute for Infectious Diseases (USAMRIID). “There is a market, and the market is the US government,” he told NPR.
USAMRIID, along with Canada’s Public Health Agency, is also backing the development of ZMAPP, a serum of monoclonal antibiodies by a small San Diego-based biotech firm MAPP Biopharmaceutical, which was administered last week to two American doctors, Kent Brantly and Nancy Writebol, working with the evangelical Christian missionary group Samaritan’s Purse.
The pair had fallen ill in Liberia while taking care of patients infected with Ebola. Brantley’s condition had been rapidly deteriorating, and he had phoned his wife to give his farewells. Within an hour of Brantley receiving the experimental serum, his condition had reportedly reversed, with his breathing improving and rashes fading.
The following morning, he was able to shower on his own, and by the time of his arrival in the US after being evacuated from Liberia, he was able to climb down out of the ambulance without assistance. Writebol is now similarly “up and walking,” after her arrival in Atlanta from the Liberian capital.
We should be extremely cautious about drawing any conclusions from this development and claiming that the drug has cured the missionaries. We have a sample size of just two in this “clinical trial,” with no blinding or control groups. The drug had until now never been tested on humans for safety or efficacy. And as with any illness, a certain percentage of patients will recover on their own. We do not know whether ZMapp was the cause of the apparent recovery. Nonetheless, it is not unreasonable to state that this turn of events gives great hope.
Two of the ZMapp antibodies were originally identified and developed by researchers at the National Microbiology Laboratory in Winnipeg and at Defyrus, a Toronto-based “life sciences biodefense company,” with funding from the Canadian Safety and Security Program of Defence R&D Canada. The third antibody in the cocktail was produced by MappBio in collaboration with USAMRIID, the National Institutes of Health, and the Defense Threat Reduction Agency. The companies then partnered with Kentucky Bioprocessing in Owensboro, a protein production company that was bought earlier this year by the parent firm of RJ Reynolds Tobacco, to pharm the antibody-laden tobacco plants.
On hearing of the role of the Pentagon and Canada’s defense establishment, some have jumped to conspiracy theories. Indeed, ZMapp appears to be a perfect storm of popular nemeses: GMOs, Big Tobacco, the Pentagon, and injections that look a bit like vaccines!
But the Defense Department funding should not be viewed as nefarious. Rather, it is evidence of the superiority of the public sector as shepherd and driver of innovation.
However, not all unprofitable diseases are subjects of the colonels’ bioterror concern. And why should the private sector get to cherry pick the profitable conditions and leave the unprofitable ones for the public sector?
If, due to its profit-seeking imperative, the pharmaceutical industry is structurally incapable of producing those products that are required by society, and the public sector (in this case in the guise of the military) consistently has to fill in the gaps left by this market failure, then this sector should be nationalized, permitting the revenues from profitable treatments to subsidize the research, development, and production of unprofitable treatments.
In such a situation, we would no longer have to even argue whether the prevention of malaria, measles, or polio deserves greater priority; we could target both the big name and neglected diseases at the same time. There is no guarantee that turning on the tap of public funding will immediately produce a successful result, but at the moment, private pharmaceutical companies aren’t even trying.
This is precisely what is meant when socialists talk of capitalism being a fetter on the further development of the forces of production. Our concern here is not merely that the refusal of Big Pharma to engage in neglected tropical disease, vaccine, and antibiotic R&D is grotesquely immoral or unjust, but that the production of a potential cornucopia of new goods and services that could otherwise benefit our species and expand the realm of human freedom are blocked due to the free market’s lethargy and paucity of ambition.
Focusing on a vaccine or drugs is critical. But doing so without also paying attention to the deterioration of public health and general infrastructure across West Africa, and the wider economic conditions that contribute to the likelihood of outbreaks of zoonotic diseases like Ebola, is at best using a bucket to empty the water out of a leaky and sinking boat.
Phylogeographer and ecologist Rob Wallace has described well how neoliberal fallout has established the ideal conditions for the epidemic. Guinea, Liberia, and Sierra Leone are some of the poorest countries on the planet, ranking 178th, 174th, and 177th out of 187 countries in the UN’s Human Development Index.
Were such an outbreak to occur in northern European countries, for example, nations with some of the best health infrastructure in the world, the situation would more likely have been contained.
It is not merely the dearth of field hospitals, lack of appropriate hygiene practices in existing hospitals, absence of standard isolation units, and limited cadre of highly trained health professionals that are able to track down every person that may have been exposed and isolate them. Or that better supportive care is a crucial condition of better outcomes, whatever the treatment available. The spread of the disease has also been exacerbated by a withering away of basic governmental structures that would otherwise be able to more broadly restrict movement, to manage logistical difficulties, and to coordinate with other governments.
Epidemiologist and infectious diseases specialist Daniel Bausch, who worked on research assignments near the epicenter of the current outbreak, describes in a paper published in July in the Public Library of Science journal Neglected Tropical Diseases how he “witnessed this ‘de-development’ firsthand; on every trip back to Guinea, on every long drive from Conakry to the forest region, the infrastructure seemed to be further deteriorated — the once-paved road was worse, the public services less, the prices higher, the forest thinner.”
Wallace notes that here, as in many countries, a series of structural adjustment programs have been encouraged and enforced by Western governments and international financial institutions that require privatization and contraction of government services, removal of tariffs while Northern agribusiness remains subsidized, and an orientation toward crops for export at the expense of food self-sufficiency. All of this drives poverty and hunger, and, in turn, competition between food and export crops for capital, land, and agricultural inputs leads to an ever greater consolidation of land ownership, in particular by foreign companies, that limits access of small farmers to land.
Ebola is a zoonotic disease, meaning a disease spread from animals to humans (or vice versa). Some 61 percent of human infections throughout history have been zoonotic, from influenza to cholera to HIV.
The single biggest factor driving growth in new zoonotic pathogens is increased contact between humans and wildlife, often by the expansion of human activity into wilderness. As neoliberal structural adjustment forces people off the land but without accompanying urban employment opportunities, Wallace points out, they plunge “deeper into the forest to expand the geographic as well as species range of hunted game and to find wood to make charcoal and deeper into mines to extract minerals, enhancing their risk of exposure to Ebola virus and other zoonotic pathogens in these remote corners.”
As Bausch puts it: “Biological and ecological factors may drive emergence of the virus from the forest, but clearly the sociopolitical landscape dictates where it goes from there — an isolated case or two or a large and sustained outbreak.”
These outcomes are the predictable result of unplanned, haphazard development in areas known to be the origin of zoonotic spillover, and without the sort of infrastructural support and egalitarian ethos that permitted, for example, the elimination of malaria from the American South after World War II by the CDC in one of its earliest missions.
Over these past few months, the worst Ebola outbreak in history has exposed the moral bankruptcy of our pharmaceutical development model. The fight for public health care in the United States and the allied fight against healthcare privatization elsewhere in the West has only ever been half the battle. The goal of such campaigns can only truly be met when a new campaign is mounted: to rebuild the international pharmaceutical industry as a public sector service as well as address wider neoliberal policies that indirectly undermine public health.
We could take inspiration from HIV/AIDS activist groups from the late 80s/early 90s like ACT UP and the Treatment Action Group, and, in the 2000s, South Africa’s Treatment Action Campaign, which combined direct action and civil disobedience against both companies and politicians with a scientifically rigorous understanding of their condition.

But this time, we need a larger, more comprehensive campaign covering not just one disease, but the panoply of market failures with respect to vaccine development, the antibiotic discovery void, neglected tropical diseases, and all neglected diseases of poverty. We need a science-based treatment activism that has the long-term, ambitious but achievable aim of the pharmaceutical industry’s democratic conquest.

We need a campaign to destroy the unprofitable diseases.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου